Η καθημερινή κατανάλωση γιαουρτιού αποτελεί σταθερό στοιχείο μιας ισορροπημένης διατροφής, ενώ η αντικατάσταση της ζάχαρης με μέλι σε γαλακτοκομικά προϊόντα προσελκύει αυξανόμενο ερευνητικό ενδιαφέρον. Δύο πρόσφατες μελέτες εξετάζουν από διαφορετική σκοπιά τη συμβολή του μελιού στο γιαούρτι. Η πρώτη αξιολόγησε τις επιδράσεις του στην υγεία μετεμμηνοπαυσιακών γυναικών, ενώ η δεύτερη επικεντρώθηκε στην ποιότητα, τη σταθερότητα και τις τεχνολογικές ιδιότητες προβιοτικών ροφημάτων γιαουρτιού. Παράλληλα μία παλαιότερη έρευνα διερεύνησε πως αυτός ο συνδυασμός επηρεάζει το γαστρεντερικό μικροβίωμα.
Η πρώτη μελέτη πραγματοποιήθηκε από ερευνητές του Τμήματος Διατροφής και της Σχολής Ιατρικής του University of California, Davis και δημοσιεύθηκε το 2026 στο επιστημονικό περιοδικό Nutrients της MDPI. Πρόκειται για τυχαιοποιημένη, ελεγχόμενη διασταυρούμενη κλινική δοκιμή, στην οποία συμμετείχαν 20 υγιείς μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες ηλικίας 45-65 ετών. Οι συμμετέχουσες κατανάλωναν επί τέσσερις εβδομάδες δύο μερίδες ελληνικού γιαουρτιού ημερησίως, οι οποίες περιείχαν είτε μέλι ανθέων τριφυλλιού είτε ισοθερμιδική ποσότητα ζάχαρης από ζαχαροκάλαμο. Το γιαούρτι που χρησιμοποιήθηκε στη δοκιμή περιείχε προβιοτικά στελέχη όπως Lactobacillus acidophilus, Lactobacillus casei, Lactobacillus rhamnosus και Bifidobacterium lactis, ενώ το μέλι περιλάμβανε φυσικά σάκχαρα, ολιγοσακχαρίτες και φαινολικές ενώσεις όπως καμφερόλη, χρυσίνη και πινοσεμπρίνη, συστατικά που έχουν μελετηθεί για τις αντιοξειδωτικές και βιολογικές τους ιδιότητες.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Ελλάδα: Νέα ενημέρωση για το ρύζι με ορυκτέλαια 19.978% πάνω από το όριο – Η χώρα μας εξακολουθεί να βρίσκεται στη λίστα RASFF
Στόχος των ερευνητών ήταν να διερευνήσουν εάν η αντικατάσταση της ζάχαρης με μέλι μπορεί να επηρεάσει δείκτες χαμηλού βαθμού φλεγμονής, κυτταροκίνες του ανοσοποιητικού συστήματος, λιπαρά οξέα βραχείας αλύσου που παράγονται από το εντερικό μικροβίωμα και χολικά οξέα που σχετίζονται με τον μεταβολισμό. Η επιλογή των μετεμμηνοπαυσιακών γυναικών βασίστηκε στο γεγονός ότι η περίοδος αυτή συνοδεύεται από αυξημένη συστηματική φλεγμονή και μεγαλύτερο καρδιομεταβολικό κίνδυνο.
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι η καθημερινή κατανάλωση γιαουρτιού με μέλι για τέσσερις εβδομάδες δεν οδήγησε σε σημαντικές μεταβολές στον βασικό δείκτη της μελέτης, την ιντερλευκίνη IL-23, ούτε επηρέασε σημαντικά τα λιπίδια του αίματος, τα λιπαρά οξέα βραχείας αλύσου ή τα χολικά οξέα. Η μοναδική σημαντική διαφορά που καταγράφηκε ήταν ότι οι γυναίκες εμφάνισαν χαμηλότερα επίπεδα της κυτταροκίνης IL-33 όταν κατανάλωναν γιαούρτι με μέλι αντί για γιαούρτι με ζάχαρη. Η IL-33 συμμετέχει στην ενεργοποίηση ορισμένων μηχανισμών της φλεγμονής και οι ερευνητές εκτιμούν ότι η μεταβολή αυτή ενδέχεται να σχετίζεται με τις βιοδραστικές φαινολικές ενώσεις του μελιού. Με απλά λόγια, στην έρευνα το μέλι φάνηκε να συνδέεται με χαμηλότερα επίπεδα μιας ουσίας που σχετίζεται με τη φλεγμονή, σε σύγκριση με τη ζάχαρη. Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι το εύρημα αυτό χρειάζεται επιβεβαίωση σε μεγαλύτερες μελέτες και με ποσότητες μελιού που συμβαδίζουν με τις διατροφικές συστάσεις για τα προστιθέμενα σάκχαρα.
Τα νέα ευρήματα έρχονται να προστεθούν σε προηγούμενη έρευνα του Πανεπιστημίου του Illinois Urbana-Champaign, η οποία δημοσιεύθηκε το 2024 στο The Journal of Nutrition. Οι ερευνητές είχαν διαπιστώσει ότι μια κουταλιά μέλι στο γιαούρτι μπορεί να ενισχύσει την επιβίωση των προβιοτικών βακτηρίων κατά τη διέλευσή τους από το πεπτικό σύστημα.
Η δεύτερη μελέτη πραγματοποιήθηκε στο Key Laboratory of Dairy Science του Northeast Agricultural University στην Κίνα και δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Applied Sciences της MDPI. Οι ερευνητές διερεύνησαν πώς διαφορετικές συγκεντρώσεις μελιού, 1%, 3% και 5%, επηρεάζουν τα φυσικοχημικά χαρακτηριστικά, τις αντιοξειδωτικές ιδιότητες, τη μικροβιακή βιωσιμότητα, την υφή και τα οργανοληπτικά χαρακτηριστικά προβιοτικών ροφημάτων γιαουρτιού που παρασκευάστηκαν από πρόβειο, αγελαδινό και μικτό γάλα.
Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι η προσθήκη μελιού ενίσχυσε την αντιοξειδωτική δράση των προϊόντων, βελτίωσε τη γεύση, το άρωμα και το ιξώδες και υποστήριξε τη βιωσιμότητα των προβιοτικών μικροοργανισμών. Παράλληλα, το μέλι λειτούργησε ως φυσικό λειτουργικό συστατικό, συμβάλλοντας στη σταθερότητα της δομής του προϊόντος και στη συγκράτηση του νερού.
Η έρευνα έδειξε επίσης ότι η αύξηση της συγκέντρωσης του μελιού ενίσχυσε τη γαλακτική ζύμωση, οδηγώντας σε χαμηλότερο pH και υψηλότερη οξύτητα, στοιχεία που συνδέονται με τη μεταβολική δραστηριότητα των καλλιεργειών εκκίνησης. Οι μεταβολές αυτές παρατηρήθηκαν και στους τρεις τύπους γάλακτος που χρησιμοποιήθηκαν στην παραγωγή των προβιοτικών ροφημάτων.
Παράλληλα, οι συγγραφείς αναφέρουν ότι το μέλι περιέχει πολυφαινόλες και άλλα βιοδραστικά συστατικά που μπορούν να λειτουργήσουν ως φυσικοί αντιοξειδωτικοί και αντιμικροβιακοί παράγοντες, ενώ δεν φαίνεται να αναστέλλουν την ανάπτυξη των βασικών προβιοτικών καλλιεργειών όταν χρησιμοποιείται σε κατάλληλες συγκεντρώσεις. Αναφέρεται ακόμη ότι η υψηλή περιεκτικότητα της φρουκτόζης συμβάλλει στη συγκράτηση της υγρασίας και στη βελτίωση της υφής του γιαουρτιού, περιορίζοντας τον διαχωρισμό του ορού.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το εύρημα ότι η συγκέντρωση μελιού 3% προσέφερε την καλύτερη ισορροπία μεταξύ σκληρότητας, ελαστικότητας και συνοχής της πρωτεϊνικής δομής του προϊόντος, ενώ υψηλότερες συγκεντρώσεις, αν και ενίσχυσαν ορισμένα ποιοτικά χαρακτηριστικά, σε ορισμένες περιπτώσεις συνοδεύτηκαν από αυξημένη αποβολή ορού ή μικρότερη βιωσιμότητα ορισμένων βακτηριακών πληθυσμών.
Οι δύο μελέτες εξετάζουν διαφορετικές πτυχές της χρήσης του μελιού στο προβιοτικό γιαούρτι. Η κλινική δοκιμή σε ανθρώπους αξιολόγησε πιθανές επιδράσεις σε βιοδείκτες φλεγμονής και μεταβολισμού χωρίς να καταγράψει εκτεταμένες μεταβολές μετά από τέσσερις εβδομάδες κατανάλωσης, με εξαίρεση τη μείωση της IL-33. Η εργαστηριακή μελέτη επικεντρώθηκε στην τεχνολογία παραγωγής και έδειξε ότι το μέλι μπορεί να βελτιώσει τις φυσικοχημικές, αντιοξειδωτικές και οργανοληπτικές ιδιότητες των προβιοτικών προϊόντων, όταν χρησιμοποιείται στις κατάλληλες συγκεντρώσεις. Οι συγγραφείς και των δύο εργασιών επισημαίνουν ότι απαιτούνται πρόσθετες μελέτες για την επιβεβαίωση των ευρημάτων σε μεγαλύτερους πληθυσμούς και σε διαφορετικές συνθήκες παραγωγής και κατανάλωσης.
Πηγές
- https://www.mdpi.com/2072-6643/18/3/522
- https://www.mdpi.com/2076-3417/15/4/2210
- https://www.sciencedirect.com/science/article/pii/S0022316624000282?via%3Dihub
- https://www.sciencedirect.com/science/article/pii/S0022316624003328?via%3Dihub
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
- Μπλόκο σε 56 τόνους σησαμιού με μούχλα που προορίζονταν για παραγωγή τροφίμων – «Καθάρισμα θέλει», υποστηρίζει ο εισαγωγέας (Φωτο)
- Μολυσμένα ροδάκινα με Listeria: Ολοκληρώθηκε μετά από 9 μήνες μία από τις μεγαλύτερες ανακλήσεις που ξεπέρασε τους 4.500 τόνους
- Κομμάτια πλαστικού και μετάλλου σε ψωμί μεγάλης αλυσίδας – Επείγουσα ανάκληση
- Τρώμε άφοβα τόνο; Η αλήθεια για υδράργυρο, μικροπλαστικά και θρεπτική αξία
- Μακελειό σε εστιατόριο της Μόσχας: Τρεις νεκροί και 21 τραυματίες από έκρηξη αυτοσχέδιας βόμβας
- Επικίνδυνη σοκολάτα στην Ελλάδα: Οι ελληνικές αρχές ολοκλήρωσαν τους ελέγχους – Δεν υπάρχουν πλέον αποθέματα του προϊόντος
- Νέα ανάκληση σε πατατάκια Lay’s
- Πώς να διαλέξετε το πιο γλυκό πεπόνι: Τα σημάδια που αποκαλύπτουν την τέλεια ωρίμανση
- Ντομάτες: Το σωστό μαχαίρι για να τις κόβετε χωρίς να τις λιώνετε