Η μεγάλη επιδημία κυκλοσπορίασης που βρίσκεται σε εξέλιξη στις Ηνωμένες Πολιτείες επαναφέρει στο προσκήνιο ένα ζήτημα που αφορά τον τρόπο με τον οποίο οι αρχές μπορούν να εντοπίζουν γρήγορα την πηγή μιας επιμόλυνσης στην αλυσίδα τροφίμων. Ομάδα οργανώσεων για την ασφάλεια των τροφίμων και την προστασία των καταναλωτών ζητά από το Κογκρέσο να ανατρέψει διάταξη που εμποδίζει την Υπηρεσία Τροφίμων και Φαρμάκων των ΗΠΑ να εφαρμόσει ή να επιβάλει πριν από τον Ιούλιο του 2028 τον νέο κανόνα για την ιχνηλασιμότητα ορισμένων τροφίμων υψηλού κινδύνου. Το αίτημα διατυπώθηκε σε επιστολή προς την ηγεσία της Βουλής των Αντιπροσώπων και της Γερουσίας στις 12 Αυγούστου, με τους φορείς να υποστηρίζουν ότι ένα πλήρως εφαρμοζόμενο σύστημα ιχνηλασιμότητας θα μπορούσε να κάνει τις έρευνες για τροφιμογενείς επιδημίες ταχύτερες και αποτελεσματικότερες. Η χρονική συγκυρία έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς η συζήτηση γίνεται ενώ οι αμερικανικές αρχές εξακολουθούν να διερευνούν το μεγάλο ξέσπασμα κυκλοσπορίασης, μιας λοίμωξης που προκαλείται από το παράσιτο Cyclospora. Σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται το Food Safety Magazine, η επιδημία που συνδέθηκε με ευρέως διανεμημένο μαρούλι έχει οδηγήσει μέχρι στιγμής σε σχεδόν 30.000 ασθένειες και δύο θανάτους, ενώ η διερεύνηση της πηγής και της διαδρομής του μολυσμένου τροφίμου έχει αναδείξει τις δυσκολίες που δημιουργεί η παρακολούθηση ενός προϊόντος όταν αυτό έχει ήδη περάσει από πολλά διαφορετικά στάδια της εφοδιαστικής αλυσίδας.
Γιατί η ιχνηλασιμότητα έχει τόσο μεγάλη σημασία
Ο κανόνας που βρίσκεται στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης είναι ο Food Traceability Rule, ο οποίος θεσπίστηκε το 2022 στο πλαίσιο του νόμου για τον εκσυγχρονισμό της ασφάλειας τροφίμων, γνωστού ως FSMA. Στόχος του είναι να δημιουργηθεί ένα πιο ομοιόμορφο σύστημα καταγραφής για συγκεκριμένες κατηγορίες τροφίμων που έχουν συνδεθεί στο παρελθόν με δυσκολίες στον εντοπισμό της πηγής επιδημιών. Κεντρικό στοιχείο του συστήματος είναι η καταγραφή πληροφοριών σε επίπεδο παρτίδας, ώστε οι αρχές να μπορούν να ακολουθούν την πορεία ενός τροφίμου από το ένα στάδιο της αλυσίδας στο επόμενο και να περιορίζουν ταχύτερα τις ποσότητες που χρειάζεται να αποσυρθούν από την αγορά. Η αρχική ημερομηνία συμμόρφωσης είχε οριστεί για τις 20 Ιανουαρίου 2026, όμως τον Μάρτιο του 2025 η αμερικανική κυβέρνηση ανακοίνωσε αναβολή κατά 30 μήνες, μεταφέροντας την ημερομηνία στις 20 Ιουλίου 2028. Στη συνέχεια, διάταξη του νόμου για τις πιστώσεις του οικονομικού έτους 2026 απαγόρευσε στην FDA να χρησιμοποιήσει ομοσπονδιακά κονδύλια για την εφαρμογή ή την επιβολή του κανόνα πριν από αυτή την ημερομηνία. Η ίδια διάταξη ζήτησε από την υπηρεσία να εξετάσει πιθανές πρόσθετες ευελιξίες σχετικά με τις απαιτήσεις για την παρακολούθηση των παρτίδων.
Αυτό ακριβώς το σημείο θεωρούν προβληματικό οι οργανώσεις που υπέγραψαν την επιστολή. Υποστηρίζουν ότι η νέα παρέμβαση του Κογκρέσου δεν περιορίζεται πλέον σε μια απλή αναβολή της εφαρμογής, αλλά δημιουργεί τον κίνδυνο αποδυνάμωσης ενός από τα βασικά στοιχεία του συστήματος, δηλαδή των κωδικών παρτίδας. Παράλληλα, επισημαίνουν ότι αρκετές μεγάλες επιχειρήσεις λιανικής είχαν ήδη επενδύσει σε συστήματα ιχνηλασιμότητας που βασίζονται στις απαιτήσεις της FDA πριν ανακοινωθεί η παράταση. Το ζήτημα δεν είναι θεωρητικό. Κατά τη διάρκεια μιας επιδημίας, κάθε καθυστέρηση στην αναζήτηση της κοινής πηγής ενός τροφίμου μπορεί να σημαίνει ότι ένα ύποπτο προϊόν συνεχίζει να βρίσκεται σε διαφορετικά σημεία της αγοράς. Η ιχνηλασιμότητα δεν μπορεί από μόνη της να εντοπίσει το σημείο όπου μολύνθηκε ένα τρόφιμο ούτε εγγυάται ότι οι ερευνητές θα βρουν την αρχική πηγή, όμως μπορεί να περιορίσει σημαντικά τον χρόνο που απαιτείται για να χαρτογραφηθεί η διαδρομή του προϊόντος μέσα στην αλυσίδα εφοδιασμού. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο οι υποστηρικτές του κανόνα θεωρούν ότι η καθυστέρηση στερεί από τις αρχές ένα εργαλείο που έχει σχεδιαστεί ακριβώς για τέτοιες περιπτώσεις.
Η κυκλοσπορία δείχνει τις δυσκολίες στην πράξη
Η φετινή επιδημία έχει καταστήσει το ζήτημα ακόμη πιο έντονο. Το αμερικανικό Κέντρο Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων είχε ήδη αναφέρει στις 14 Ιουλίου ότι από την 1η Μαΐου είχαν καταγραφεί 1.645 επιβεβαιωμένα περιστατικά κυκλοσπορίασης που αποκτήθηκαν εντός των ΗΠΑ, ενώ υπήρχαν περισσότερες από 5.100 αναφορές που χρειάζονταν περαιτέρω ανάλυση. Τα επιβεβαιωμένα περιστατικά ήταν πολλαπλάσια από τα 249 που είχαν αναφερθεί την αντίστοιχη περίοδο του προηγούμενου έτους. Η κυκλοσπορίαση παρουσιάζει επιπλέον δυσκολίες για τις αρχές επειδή το παράσιτο Cyclospora δεν συμπεριφέρεται όπως τα συνηθέστερα βακτηριακά παθογόνα και η ανίχνευσή του μπορεί να είναι δύσκολη. Η λοίμωξη μεταδίδεται κυρίως μέσω τροφίμων ή νερού που έχουν μολυνθεί με το παράσιτο και μπορεί να προκαλέσει επίμονη ή υποτροπιάζουσα υδαρή διάρροια, απώλεια όρεξης και βάρους, φούσκωμα, ναυτία και κόπωση. Το CDC επισημαίνει ότι η τυπική εξέταση κοπράνων δεν ανιχνεύει πάντοτε αξιόπιστα το παράσιτο και ότι όταν υπάρχει κλινική υποψία απαιτείται ειδικός διαγνωστικός έλεγχος.
Παράλληλα, η έρευνα για την πηγή ενός τέτοιου ξεσπάσματος δεν βασίζεται αποκλειστικά σε θετικά εργαστηριακά δείγματα από τρόφιμα. Η επιδημιολογική εικόνα, οι συνεντεύξεις ασθενών, τα στοιχεία διανομής και η δυνατότητα να ακολουθηθεί η διαδρομή ενός συγκεκριμένου προϊόντος μπορούν να αποδειχθούν εξίσου σημαντικά. Πρόσφατες αναλύσεις της υπόθεσης έχουν επισημάνει ότι ένα μεμονωμένο εργαστηριακό αποτέλεσμα που αποδείχθηκε ψευδώς θετικό δεν ακύρωσε τα υπόλοιπα επιδημιολογικά στοιχεία που συνέδεαν το μαρούλι με την επιδημία. Αυτό εξηγεί γιατί οι υποστηρικτές της εφαρμογής του κανόνα υποστηρίζουν ότι η καλύτερη ιχνηλασιμότητα δεν αφορά μόνο την ανάκληση ενός προϊόντος αφού έχει εντοπιστεί η μόλυνση, αλλά και την ταχύτητα με την οποία οι ερευνητές μπορούν να συγκρίνουν διαφορετικές αλυσίδες διανομής και να εντοπίσουν κοινά σημεία. Στην περίπτωση των φυλλωδών λαχανικών, όπου ένα προϊόν μπορεί να διανέμεται σε πολλές πολιτείες και να χρησιμοποιείται από σούπερ μάρκετ, εστιατόρια και επιχειρήσεις εστίασης, η δυνατότητα να συνδεθεί γρήγορα μια συγκεκριμένη παρτίδα με τους παραλήπτες της αποκτά ιδιαίτερη σημασία.