Η αντιμετώπιση της έλλειψης σιδήρου στα μικρά παιδιά αποτελεί μια ιδιαίτερα δύσκολη διατροφική πρόκληση, καθώς η ανάγκη για επαρκή πρόσληψη του μετάλλου συνυπάρχει με την ευαισθησία του αναπτυσσόμενου οργανισμού και ιδιαίτερα του εντερικού μικροβιώματος. Μια νέα μελέτη που δημοσιεύθηκε στο Nature Communications εξετάζει μια διαφορετική προσέγγιση, χρησιμοποιώντας ένα είδος κεχριού πλούσιου σε σίδηρο και ψευδάργυρο, το οποίο προέκυψε μέσω συμβατικής διασταύρωσης φυτικών ποικιλιών. Τα παιδιά που κατανάλωναν καθημερινά τρόφιμα με το συγκεκριμένο κεχρί για εννέα μήνες δεν εμφάνισαν ενδείξεις διαταραχής του αναπτυσσόμενου μικροβιώματος, ενώ οι ερευνητές εντόπισαν μεταβολές σε μικροβιακές λειτουργίες που συνδέονται με την αντιμετώπιση παθογόνων μικροοργανισμών, την αντιοξειδωτική δράση και την αποδόμηση ορισμένων ρύπων. Η έρευνα πραγματοποιήθηκε σε 223 παιδιά ηλικίας 12 έως 18 μηνών που ζούσαν σε αστικές περιοχές χαμηλού εισοδήματος στη Μουμπάι της Ινδίας. Τα παιδιά χωρίστηκαν τυχαία σε δύο ομάδες. Η μία ομάδα κατανάλωνε τρόφιμα παρασκευασμένα με συμβατικό κεχρί, ενώ η δεύτερη λάμβανε τρόφιμα με ένα βιοεμπλουτισμένο κεχρί, στο οποίο η περιεκτικότητα σε σίδηρο ήταν σχεδόν τριπλάσια. Συγκεκριμένα, το βιοεμπλουτισμένο προϊόν περιείχε περίπου 8,7 mg σιδήρου ανά 100 γραμμάρια, έναντι περίπου 3 mg στο συμβατικό κεχρί. Η παρέμβαση διήρκεσε εννέα μήνες και τα παιδιά λάμβαναν τα τρόφιμα που προβλέπονταν από το πρόγραμμα έξι ημέρες την εβδομάδα.
Το ενδιαφέρον για το συγκεκριμένο διατροφικό μοντέλο προκύπτει από ένα πρόβλημα που έχει ήδη καταγραφεί σε προηγούμενες μελέτες. Τα συμπληρώματα σιδήρου μπορούν να διορθώσουν την έλλειψη του μετάλλου, αλλά η αυξημένη ποσότητα σιδήρου που φτάνει στο έντερο μπορεί να επηρεάσει την ισορροπία των βακτηρίων, ιδιαίτερα σε παιδιά των οποίων το μικροβίωμα βρίσκεται ακόμη σε διαδικασία ανάπτυξης. Σε προηγούμενες έρευνες έχουν καταγραφεί αυξήσεις ορισμένων δυνητικά επιβλαβών βακτηρίων, μειώσεις ωφέλιμων μικροοργανισμών, αλλά και γαστρεντερικά προβλήματα όπως διάρροια, δυσκοιλιότητα και σκούρα κόπρανα. Στη νέα μελέτη, οι ερευνητές χρησιμοποίησαν μεταγονιδιωματική ανάλυση, μια τεχνική που επιτρέπει να εξεταστεί όχι μόνο ποια βακτήρια υπάρχουν στο έντερο, αλλά και ποιες λειτουργίες είναι πιθανό να επιτελούν. Τα δείγματα συλλέχθηκαν στην αρχή και στο τέλος της παρέμβασης και η ανάλυση έδειξε ότι η κατανάλωση του βιοεμπλουτισμένου κεχριού δεν συνδέθηκε με ανιχνεύσιμες δυσμενείς αλλαγές στην ανάπτυξη του μικροβιώματος. Αντίθετα, οι διερευνητικές αναλύσεις έδειξαν αύξηση της δραστηριότητας σε μικροβιακά μονοπάτια που σχετίζονται με την παραγωγή φυσικών ενώσεων με δράση εναντίον παθογόνων, τον αντιοξειδωτικό μεταβολισμό και την αποδόμηση ορισμένων ρύπων. Παράλληλα, οι ερευνητές παρατήρησαν ότι οι δείκτες που συνδέονται με ορισμένα επιβλαβή βακτήρια ήταν χαμηλότεροι στο τέλος της παρέμβασης. Η διαπίστωση αυτή δεν σημαίνει ότι το συγκεκριμένο κεχρί λειτουργεί ως θεραπεία κατά των παθογόνων βακτηρίων ούτε ότι μπορεί να αποτρέψει λοιμώξεις, καθώς οι συγκεκριμένες αναλύσεις αφορούσαν κυρίως τη λειτουργική δραστηριότητα του μικροβιώματος. Ωστόσο, δείχνει ότι η αύξηση της πρόσληψης σιδήρου μέσω ενός τροφίμου μπορεί να έχει διαφορετική επίδραση στο έντερο από εκείνη που παρατηρείται όταν το μέταλλο χορηγείται με τη μορφή συμπληρώματος. Η ίδια η μελέτη επισημαίνει πάντως ότι δεν είναι δυνατό να αποδοθούν όλες οι μεταβολές αποκλειστικά στον σίδηρο και τον ψευδάργυρο. Το βιοεμπλουτισμένο κεχρί διαφέρει από το συμβατικό και σε άλλα χαρακτηριστικά της σύστασής του, επομένως οι ερευνητές δεν αποκλείουν το ενδεχόμενο να συμβάλλουν και άλλες ενώσεις του φυτού στις αλλαγές που παρατηρήθηκαν στο μικροβίωμα. Πρόκειται για σημαντική διευκρίνιση, καθώς η μελέτη δεν αποδεικνύει ότι ο σίδηρος από μόνος του προκαλεί τις συγκεκριμένες μικροβιακές αλλαγές.
Τι έδειξε η ίδια παρέμβαση για την έλλειψη σιδήρου
Η μελέτη αποτελεί ουσιαστικά συνέχεια της ίδιας μεγάλης τυχαιοποιημένης παρέμβασης και των ερευνητών που είχαν εξετάσει προηγουμένως την επίδραση του βιοεμπλουτισμένου κεχριού στην κατάσταση σιδήρου των παιδιών. Τα αποτελέσματα που δημοσιεύθηκαν το 2026 στο Clinical Nutrition έδειξαν ότι η καθημερινή κατανάλωση του βιοεμπλουτισμένου κεχριού αύξησε την αιμοσφαιρίνη σε σύγκριση με το συμβατικό κεχρί. Η μεταβολή της αιμοσφαιρίνης ήταν 0,10 g/dL στην ομάδα του βιοεμπλουτισμένου κεχριού, έναντι μείωσης κατά 0,15 g/dL στην ομάδα ελέγχου, με τη διαφορά να είναι στατιστικά σημαντική. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι στο τέλος της εννιάμηνης παρέμβασης το ποσοστό των παιδιών με αναιμία ήταν 33,8% στην ομάδα που κατανάλωνε το βιοεμπλουτισμένο κεχρί, έναντι 57,6% στην ομάδα του συμβατικού κεχριού. Η συγκεκριμένη σύγκριση δεν αποτελούσε τον βασικό σχεδιασμένο στόχο για την αξιολόγηση της αναιμίας, όμως η διαφορά ήταν σημαντική. Αντίθετα, δεν παρατηρήθηκαν σημαντικές διαφορές μεταξύ των δύο ομάδων στα επίπεδα φερριτίνης, στα επίπεδα ψευδαργύρου στο πλάσμα ή στους δείκτες σωματικής ανάπτυξης.
Αυτό σημαίνει ότι η συγκεκριμένη διατροφική παρέμβαση φαίνεται να έχει πιο σαφή επίδραση στην αιμοσφαιρίνη και στην αναιμία παρά σε όλους τους δείκτες των αποθεμάτων σιδήρου του οργανισμού. Το εύρημα είναι σημαντικό επειδή η αναιμία στην πρώιμη παιδική ηλικία συνδέεται με προβλήματα στην ανάπτυξη και τη γνωστική λειτουργία, ενώ η έλλειψη σιδήρου παραμένει ένα από τα συχνότερα προβλήματα μικροθρεπτικών συστατικών παγκοσμίως. Η προσέγγιση που εξετάζεται στη μελέτη διαφέρει επομένως από την κλασική λογική της χορήγησης ενός συμπληρώματος. Αντί να προστίθεται σίδηρος σε ένα σκεύασμα που λαμβάνει το παιδί ξεχωριστά από τη διατροφή του, αυξάνεται η περιεκτικότητα ενός βασικού τροφίμου σε σίδηρο μέσω βιοεμπλουτισμού. Το συγκεκριμένο κεχρί δημιουργήθηκε με παραδοσιακή διασταύρωση φυτικών ποικιλιών και όχι μέσω γενετικής τροποποίησης. Η ποικιλία που χρησιμοποιήθηκε περιείχε σχεδόν τριπλάσια ποσότητα σιδήρου από το συμβατικό κεχρί και αυξημένη ποσότητα ψευδαργύρου. Για τους ερευνητές, η σημασία της προσέγγισης βρίσκεται ακριβώς σε αυτή τη δυνατότητα ενσωμάτωσης περισσότερων μικροθρεπτικών συστατικών σε τρόφιμα που ήδη καταναλώνονται από τους πληθυσμούς που αντιμετωπίζουν τις μεγαλύτερες διατροφικές ελλείψεις. Στη συγκεκριμένη παρέμβαση, το κεχρί χρησιμοποιήθηκε σε τρόφιμα κατάλληλα για μικρά παιδιά, όπως χυλός, μαλακά γεύματα και αρτοσκευάσματα, ώστε η διατροφική παρέμβαση να ενταχθεί στην καθημερινή διατροφή αντί να βασίζεται αποκλειστικά σε συμπληρώματα.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ